Η κυστική ίνωση είναι μια ασθένεια η οποία χαρακτηρίζεται από την παραγωγή πηχτής κολλώδους βλέννας από διάφορα όργανα όπως οι πνεύμονες, το πάγκρεας και το έντερο. Η βλέννα αυτή που παράγεται στο επιθήλιο αυτών των οργάνων, οδηγεί σε απόφραξη των πόρων των αδένων τους προκαλώντας καταστροφή των ιστών (ίνωση). Η καταστροφή αυτή είναι προοδευτική και μπορεί να οδηγήσει σε τελική ανεπάρκεια του οργανισμού.

Η κυστική ίνωση είναι κληρονομική ασθένεια, και μάλιστα θεωρείται το πιο διαδεδομένο κληρονομικό νόσημα στη λευκή φυλή. Η θεραπεία της νόσου γίνεται με διάφορα μέσα, ανάλογα το στάδιο και την εξέλιξη της νόσου και καθορίζονται από τον θεράποντα ιατρό βάσει της αξιολόγησης και της κλινικής εικόνας του ασθενούς.

Όπως αναφέραμε, η κυστική ίνωση προσβάλλει το πάγκρεας και το έντερο. Και τα δύο αυτά όργανα αποτελούν μέρη του πεπτικού συστήματος. Συμμετέχουν δηλαδή στη διαδικασία πέψης και απορρόφησης της τροφής. Η μείωση της λειτουργικότητας αυτών των οργάνων μπορεί να προκαλέσει διάφορες διατροφικές ανεπάρκειες, οι οποίες εξαρτώνται από το πιο όργανο και σε τι βαθμό υπολειτουργεί.

Το πάγκρεας

Αυτό το όργανο εκκρίνει ένζυμα τα οποία διασπούν τα συστατικά της τροφής και τα καθιστούν απορροφήσιμα από το γαστρεντερικό σύστημα. Όταν η νόσος προχωρήσει αρκετά, η ανεπαρκής παραγωγή και έκκριση αυτών των ενζύμων θα οδηγήσει σε μειωμένη ικανότητα διάσπασης της τροφής. Για τον λόγο αυτό, σε πολλούς ασθενείς με κυστική ίνωση χορηγείται εξωγενής πρόσληψη αυτών των ενζύμων σχεδόν κάθε φορά που καταναλώνεται τροφή.

Έντερο

Το έντερο χωρίζεται σε δύο τμήματα: το λεπτό και το παχύ. Το λεπτό έντερο διαδραματίζει ίσως το σημαντικότερο ρόλο στη διαδικασία απορρόφησης της τροφής, καθώς μέσα από αυτό γίνεται η απορρόφηση σχεδόν όλων των θρεπτικών συστατικών της τροφής. Οι υδατάνθρακες, οι πρωτεΐνες, τα λίπη και οι περισσότερες βιταμίνες, μέταλλα και ιχνοστοιχεία απορροφώνται στα διάφορα σημεία κατά μήκος του λεπτού εντέρου.

Διατροφικές συμβουλές

Οι ασθενείς με κυστική ίνωση συχνά εμφανίζουν ανεπάρκεια σε διάφορα θρεπτικά συστατικά καθώς και θερμιδικό έλλειμα. Παρά το γεγονός ότι η όρεξη τους μπορεί να είναι καλή και να καταναλώνουν αρκετή ποσότητα τροφής, η μη απορρόφηση αυτής οδηγεί στην αποβολή των περισσότερων θρεπτικών ουσιών μέσω των κοπράνων.

Στις περισσότερες περιπτώσεις οι πάσχοντες από την τη νόσο έχουν μεγαλύτερες ενεργειακές ανάγκες (περίπου κατά 500 θερμίδες/ημέρα), ενώ οι πιο συχνές ανεπάρκειες εμφανίζονται για συστατικά όπως: ορισμένα απαραίτητα λιπαρά οξέα, το ασβέστιο, οι λιποδιαλυτές βιταμίνες (A, D, E, K) και ο σίδηρος. Οι ανεπάρκειες για τα απαραίτητα λιπαρά οξέα και τις λιποδιαλυτές βιταμίνες μπορούν να καλυφθούν μέσω της κατανάλωσης τροφών με καλής ποιότητας λιπαρά, όπως το φυστικοβούτυρο, το ταχίνι, το αβοκάντο, το ελαιόλαδο κ.α. Οι τροφές αυτές, εκτός από καλά λιπαρά, έχουν επίσης υψηλό ενεργειακό περιεχόμενο, κάτι που βοηθά στην βελτίωση του θερμιδικό ελλείματος που αναφέραμε παραπάνω. Το ασβέστιο βρίσκεται σε μεγάλες ποσότητες στα γαλακτοκομικά προϊόντα όπως το γάλα, το γιαούρτι και το τυρί. Οι ασθενείς με κυστική ίνωση συστήνεται να καταναλώνουν πλήρη γαλακτοκομικά προϊόντα και όχι μειωμένα σε λιπαρά. Ο σίδηρος από την άλλη πλευρά βρίσκεται σε μεγάλες ποσότητες στα κρεατικά και θα πρέπει να αποφεύγεται η συν-κατανάλωση του με προϊόντα πλούσια σε ασβέστιο.

Σε ορισμένες περιπτώσεις ασθενών όπου το βάρος είναι πολύ χαμηλό, η χορήγηση υπερθερμιδικών συμπληρωμάτων διατροφής μπορεί επίσης να βελτιώσει την κατάσταση θρέψης, ωστόσο αυτά δεν θα πρέπει να αντικαθιστούν την τροφή. Αντιθέτως, μπορούν να καταναλώνονται είτε συμπληρωματικά στα κύριο γεύματα είτε μαζί με τα μικρά ενδιάμεσα σνακ.

Η κάλυψη πιθανών ανεπαρκειών και η σωστή διατροφική διαχείριση της νόσου είναι μια υπόθεση αρκετά περίπλοκη για τον ασθενή και μπορεί να αξιολογηθεί μόνο από τον διαιτολόγο σε συνεργασία με τον θεράποντα ιατρό.

Στέλιος Ι. Κολυβίρας – Τζιβανιώτης
Διαιτολόγος Διατροφολόγος MMedSci
Μετεκπαιδευθείς στην Ιατρική Σχολή Παν/μίου Αθηνών

tel: 2108980947, mob: 6945755221