Η μη αλκοολική λιπώδης διήθηση ήπατος (μη οφειλόμενη σε υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ), είναι μια ασθένεια η οποία χαρακτηρίζεται από συσσώρευση και υψηλή κυκλοφορία λίπους στο ήπαρ. Η ασθένεια αυτή μπορεί να ποικίλει σε σοβαρότητα, και αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα μπορεί να δημιουργηθεί φλεγμονή και να επέλθει καταστροφή των ηπατικών κυττάρων ή ακόμη και κίρρωση ήπατος.

Εκτός από τη προσβολή του ήπατος, αυτή η ασθένεια λόγω της υπερβολικής κυκλοφορίας τριγλυκεριδίων στον οργανισμό μπορεί να οδηγήσει και σε άλλες επιπλοκές όπως π.χ τα καρδιαγγειακά νοσήματα και το μεταβολικό σύνδρομο. Το υπερβάλλον σωματικό βάρος και η κοιλιακή παχυσαρκία ανδροειδούς τύπου, αποτελούν τους σημαντικότερους προδιαθεσικούς παράγοντες για την εμφάνιση της μη αλκοολικής διήθησης του ήπατος. Συνεπώς, γίνεται αντιληπτό πως η διατροφή και η σωστή διαιτητική αγωγή, παίζει κύριο ρόλο στην αντιμετώπιση αυτής της ασθένειας. Μάλιστα, οι αλλαγές στον τρόπο ζωής, δηλαδή η επίτευξη και διατήρηση ενός υγιούς σωματικού βάρους, η ακολουθία μιας ισορροπημένης διατροφής και η άσκηση, ίσως αποδειχθούν πιο αποτελεσματικά μέτρα αντιμετώπισης ακόμη και από την ίδια τη φαρμακευτική αγωγή.

Ο ρόλος του ιδανικού σωματικού βάρους

Η παχυσαρκία από μόνη της αποτελεί μια κατάσταση χρόνιας φλεγμονής η οποία συνάδει με αδυναμία αποτελεσματικής χρήσης και αποθήκευσης της ενέργειας στο σώμα. Η κεντρική παχυσαρκία γνωστή ως και ανδροειδούς τύπου παχυσαρκία, είναι ακόμη πιο επιβαρυντική για την λιπώδη διήθηση του ήπατος καθώς προδιαθέτει την εναπόθεση σπλαχνικού λίπους, δηλαδή λίπους στα σπλαχνικά όργανα συμπεριλαμβανομένου και του ήπατος. Η απώλεια του σωματικού βάρους, θα οδηγήσει σε μια σημαντική μείωση του σωματικού λίπους καθώς και του περίσσιου λίπους που έχει συσσωρευτεί στην κοιλιακή χώρα, βελτιώνοντας ταυτόχρονα την λειτουργία των οργάνων στη περιοχή αυτή.

Η διατήρηση ενός μειωμένου ενεργειακού ισοζυγίου είναι πολύ σημαντική σε αυτήν την διαδικασία. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί είτε με μείωση της ενεργειακής πρόσληψης μέσω της τροφής, είτε με άσκηση, ή ιδανικά με συνδυασμό αυτών των δύο. Πέρα όμως από τον περιορισμό της ενεργειακής πρόσληψης, σημαντικό ρόλο στην βελτίωση της κυκλοφορίας των λιπιδίων παίζει και η σύσταση της δίαιτας.

Λιπαρά                                                                            

Ένας ασθενής με μη αλκοολική λιπώδη διήθηση του ήπατος θα πρέπει να εκμηδενίσει την κατανάλωση trans λιπαρών οξέων, να μειώσει την πρόσληψη κορεσμένων λιπαρών και να βελτιώσει την αναλογία των πολυακόρεστων λιπαρών σε σχέση με τα συνολικά λιπαρά που καταναλώνει. Η κατανάλωση επαρκής ποσότητας ω-3 λιπαρών οξέων μπορούν να συμβάλλουν στη βελτίωση της νόσου λόγω της αντιφλεγμονώδους δράσης τους. Τα ω-3 καλά λιπαρά βρίσκονται κυρίως στα ψάρια όπως ο σολωμός, το σκουμπρί, οι σαρδέλες, καθώς και στο ελαιόλαδο, τους ξηρούς καρπούς, τους σπόρους chia και το λιναρόσπορο.

Υδατάνθρακες

Το είδος των υδατανθράκων φαίνεται επίσης να σχετίζεται με τους δείκτες της νόσου. Συνολικά η πρόσληψη υδατανθράκων δεν θα πρέπει να ξεπερνά το 55% της συνολικής ημερήσιας πρόσληψης θερμίδων, ενώ η κατανάλωση απλών σακχάρων, ιδίως ζάχαρης και φρουκτόζης θα πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο.

Φυσική δραστηριότητα και άσκηση

Η ένταξη ενός προγράμματος μέτριας έντασης φυσικής δραστηριότητας, μπορεί να βελτιώσει σημαντικά πολλές παραμέτρους τόσο της ίδιας της μη αλκοολικής λιπώδους διήθησης όσο και άλλων πιθανών συνοδών νοσημάτων. Αρχικά, η σωματική άσκηση αποτελεί ένα σημαντικό μέσο καύσης θερμίδων και σωματικού λίπους,καθώς και σημαντικής μείωσης του βάρους, χωρίς να είναι απαραίτητο ο ασθενής να ακολουθεί ένα πολύ απαιτητικό υποθερμιδικό διαιτολόγιο. Επίσης, η φυσική δραστηριότητα φαίνεται να επιδρά θετικά σε πολλές μεταβολικές διαδικασίες που διαταράσσονται κατά την ύπαρξη της μη αλκοολικής λιπώδους διήθησης και της παχυσαρκίας όπως: αύξηση ευαισθησίας κυττάρων στην ινσουλίνη, βελτίωση μεταβολισμού γλυκόζης, μείωση τριγλυκεριδίων και χοληστερόλης στο αίμα, κ.α.

Η φαρμακευτική αγωγή κατά την ύπαρξη λιπώδους διήθησης στο ήπαρ ποικίλει ανάλογα με το βαθμό της νόσου αλλά και τους βιοχημικούς δείκτες κάθε ασθενούς. Ωστόσο, θα μπορούσαμε να πούμε πως οι παραπάνω αλλαγές στο τρόπο ζωής ενδεχομένως να είναι μεγαλύτερης σημασίας για την αντιμετώπιση της νόσου, ειδικά για τους παχύσαρκους ασθενείς.

 

Στέλιος Ι. Κολυβίρας – Τζιβανιώτης
Διαιτολόγος Διατροφολόγος MMedSci
Μετεκπαιδευθείς στην Ιατρική Σχολή Παν/μίου Αθηνών

tel: 2108980947, mob: 6945755221