Η βιταμίνη Β12 είναι ζωτικής σημασίας για το σώμα καθώς είναι υπεύθυνη για το σωστό σχηματισμό των ερυθρών αιμοσφαιρίων και την καλή λειτουργία του νευρικού συστήματος ενώ συμβάλλει στην σύνθεση του DNA.

Η έλλειψη της Β12 οφείλεται στα χαμηλά επίπεδα της αποθηκευμένης Β12 στο σώμα μας. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τα ακόλουθα συμπτώματα:

  • Αναιμία
  • Κούραση
  • Αδυναμία
  • Εμφάνιση ελκών και άφθων στη στοματική κοιλότητα
  • Δυσκοιλιότητα
  • Μειωμένη όρεξη
  • Μείωση βάρους
  • Μούδιασμα και μυρμήγκιασμα στα άκρα
  • Ζαλάδα
  • Σύγχυση

Δυστυχώς πολλοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της έλλειψης. Oι παράγοντες που επηρεάζουν είναι:

1. Ηλικία

Καθώς μεγαλώνουμε το στομάχι μας παράγει λιγότερο γαστρικό οξύ και αυτό ονομάζεται ατροφική γαστρίτιδα. Μειώνει την ικανότητα του σώματος να απορροφήσει τη βιταμίνη Β12 η οποία είναι συνδεδεμένη με την πρωτεϊνη των τροφίμων. Την συνθετική Β12 την εντοπίζουμε σε εμπλουτισμένα τρόφιμα και συμπληρώματα τα οποία δεν απαιτούν την έκκριση του υδροχλωρικού οξέος στο στομάχι για την απορρόφηση. Σύμφωνα με το Αμερικάνικο Ινστιτούτο Ιατρικής και Διατολογίας για να αποφευχθεί η έλλειψη της Β12 τα άτομα άνω των 50 ετών θα ήταν προτιμότερο να λάβουν τροφές εμπλουτισμένες με Β12 ή να πάρουν συμπλήρωμα διατροφής.

2. Φαρμακευτική αγωγή

Η φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση της δυσπεψίας και της παλινδρόμησης μειώνει την παραγωγή του γαστρικού οξέος. Σε αυτά περιλαμβάνονται οι αναστολείς των πρωτονίων (PPIs), όπως η ισομεπραζόλη (Nexium), ομεπραζόλη (Prilosec), και λανσοπραζόλη (Prevacid) , και H2- ανταγωνιστές ισταμίνης (H2RAs), όπως η φαμοτιδίνη (Pepcid) και ρανιτιδίνη (Zantac). ‘Ετσι με λιγότερο γαστρικό οξύ το σώμα δεν μπορεί να απορροφήσει αρκετή Β12. Σύμφωνα με έρευνα άτομα που λαμβάνουν αναστολείς των πρωτονίων (PPIs) για πάνω από 2 χρόνια είχαν κατά 65% περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν έλλειψη της βιταμίνης Β12. Η πιο δυνατή συσχέτιση αφορούσε άτομα ηλικίας κάτω των 30 ετών.

Μεφορμίνη, είναι ένας υπογλυκαιμικός παράγοντας όπου λαμβάνεται από διαβητικούς, ενδεχομένως μειώνει την απορρόφηση της Β12 λόγω της πιθανής τροποποίησης της εντερικής κινητικότητας. Σε μια τυχαιοποιημένη, μελέτη, ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που έλαβαν μετφορμίνη για 4.3 χρόνια είχαν κατά 19% χαμηλότερα επίπεδα  βιταμίνης Β12 σε σύγκριση με τα άτομα που ήταν σε placebo. Αυτό αύξησε τον κίνδυνο για έλλειψη της Β12 κατά 7.2%.

3. Γαστρεντερικές διαταραχές

Άτομα με ιατρικές παθήσεις όπως Κοιλιοκάκη και νόσο του Crohn ενδεχομένως δεν μπορούν να απορροφήσουν επαρκείς ποσότητες της Β12 από τις τροφές ενώ εγχειρήσεις όπως μερική ή ολική αφαίρεση στομάχου μπορεί επίσης να έχει σαν αποτέλεσμα την αδυναμία απορρόφησης της βιταμίνης.

4. Χορτοφαγική διατροφή (Vegan)

Άτομα που ακολουθούν αυστηρά χορτοφαγική διατροφή (Vegan) δηλαδή δεν καταναλώνουν κρέας, ψάρι, αβγά και γαλακτοκομικά προϊόντα παρουσιάζουν έλλειψη της βιταμίνης Β12  επειδή το διαιτολόγιο τους είναι φτωχό σε Β12. Δεν υπάρχουν τροφές φυτικής προέλευσης που να αποτελούν πηγή της Β12. Τα άτομα που ακολουθούν την συγκεκριμένη διατροφή μπορούν να πάρουν τις απαραίτητες ποσότητες βιταμίνης Β12 από εμπλουτισμένα τρόφιμα όπως τα εμπλουτισμένα δημητριακά, το γάλα σόγιας και τα υποκατάστατα κρέατος, τα οποία βοηθούν στην πρόληψη για ενδεχόμενη έλλειψη. Ωστόσο σύμφωνα με έρευνες οι χορτοφάγοι που δεν λαμβάνουν συμπλήρωμα Β12 συχνά έχουν ανεπαρκή επίπεδα της Β12.

Συνιστώμενη διαιτητική πρόσληψη της Β12

Μια εξέταση αίματος δείχνει τα επίπεδα της Β12. Οι φυσιολογικές τιμές είναι μεταξύ 200 με 900 (pg/ml). Οι ειδικοί συμφωνούν πως τιμές λιγότερες από 200 pg/ml υποδηλώνουν έλλειψη της Β12 ενώ άλλοι υποστηρίζουν πως τα επίπεδα 350 pg/ml τουλάχιστον στο πλάσμα του αίματος είναι βέλτιστα. H συνιστώμενη διαιτητική πρόσληψη για τους ενήλικες είναι 2.4 μικρογραμμάρια (mcg) ημερησίως. ( Οι γυναίκες που κυοφορούν ή θηλάζουν χρειάζονται περισσότερο). Τα άτομα που αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της έλλειψης ενδεχομένως θα ωφεληθούν από 2.4 mcg και πάνω. Δεν υπάρχει ανώτατο όριο τοξικότητας για τη βιταμίνη Β12 ή ανησυχία για υπερδοσολογία.

Πλούσιες πηγές Β12

Τα λεγόμενα «εμπλουτισμένα» τρόφιμα με Β12 αποτελούν μια καλή λύση εάν δεν λαμβάνετε το συγκεκριμένο θρεπτικό συστατικό σε επαρκή βαθμό από το διαιτολόγιο σας. Πλούσιες πηγές της βιταμίνης Β12 αποτελούν οι τροφές ζωικής προελεύσεως όπως το κρέας, το ψάρι, τα πουλερικά, το συκώτι, το γάλα, το τυρί και τα αβγά. Σύμφωνα με έρευνα το γάλα και το ψάρι είναι καλύτερη πηγή της Β12 σε σύγκριση με το κρέας και τα αβγά ενώ τα γαλακτοκομικά αποτελούν πηγή υψηλής βιοδιαθεσιμότητας της βιταμίνης. Η βιταμίνη Β12 στο κρέας μπορεί  να είναι λιγότερο βιοιαθέσιμη εξαιτίας των απώλειών κατά τη διάρκεια του μαγειρέματος και της παρουσίας του κολλαγόνου το οποίο δεν πέπτεται καθώς μειώνεται η έκκριση γαστρικού οξέος.

Τα συμπληρώματα διατροφής μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά στην έλλειψη ή ανεπάρκεια της διαιτητικής Β12. Υπάρχουν σε πολλές μορφές: κάψουλες, ταμπλέτες, μασόμενα δισκία, ρινικά τζελ και ενέσιμες. Μια ημερήσια δοσολογία συμπληρώματος (κάψουλα ή ταμπλέτα) θα έχει ανάμεσα σε 25 mcg και 1,000 mcg. Μια πολυβιταμίνη σχεδιασμένη για άτομα άνω των 50 ετών παρέχει 25 mcg.

Για να ελέγξετε τα επίπεδα της Β12 πρέπει να απευθυνθείτε στον γιατρό σας. Εάν είναι σε φυσιολογικά επίπεδα στόχος είναι να καταναλώνετε τουλάχιστον την ποσότητα της συνιστώμενης διαιτητικής πρόσληψης. Είναι σημαντικό να συμπεριλάβετε στη διατροφή σας τροφές που περιέχουν Β12 σε συνδυασμό με Β12 εμπλουτισμένες τροφές. Σε περίπτωση ανεπάρκειας ή έλλειψης της βιταμίνης Β12, ο γιατρός μπορεί να συστήσει τη λήψη συμπληρώματος διατροφής.

Στέλιος Ι. Κολυβίρας – Τζιβανιώτης
Διαιτολόγος Διατροφολόγος MMedSci
Μετεκπαιδευθείς στην Ιατρική Σχολή Παν/μίου Αθηνών

tel: 2108980947, mob: 6945755221